
χρυσόχρωμα, ροδένια, πορφυρά,
ἔστι κι᾿ ἀπόψε σβήνοντας ἐφυλορρόησαν ὅλα
καθὼς τὰ ξαγναντῶ κάθε φορά.

Γιατί ενύχτωσε κι οι βάρβαροι δεν ήλθαν. Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν. Και τώρα τί θα γένουμε χωρίς βαρβάρους. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

Τόσο πολύ υποφέραμε σήμερα που δεν μπορεί
παρά να δικαιωθούμε αύριo θα βρεθούμε όλοι
αθώοι μπροστά στο δικαστήριο της αιωνιότητας

Τα κύματα κάθε λογής
Μεταφέρουν στους θαλάμους τους
Κάθε είδους επιβάτη
Να επινοεί διαρκώς μια ιστορία

Ενηλικιώθηκες πια και στο Επέκεινα.
Πέρασες την εφηβεία της αιωνιότητας
και αποφάσισες να ’ρχεσαι να με συναντάς
στα όνειρά μου.
Μα τι παράδοξο…

Άκου
Άκου το νεκρολάλημα των πουλιών
στην απέναντι στέγη
μη φοβηθείς
είναι για μας
είμαστε λεύτεροι τώρα